χρυσάμπυξ

χρυσάμπυξ
χρῡσάμπυξ
a with golden hairband

χρυσάμπᾰκα Λάχεσιν O. 7.64

χρυσαμπᾰκων Μοισᾶν P. 3.89

, I. 2.1 τὰς χρυσάμπᾰκας ἀγλαοκάρπους τίκτεν ἀλαθέας ὥρας fr. 30. 6.
b with golden cheek-pieces χρυσάμπᾰκα χαλινὸν (ἀντὶ τοῦ χρυσᾶ φάλαρα ἔχοντα Σ.) O. 13.65

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • χρυσάμπυξ — χρῡσάμπυξ , χρυσάμπυξ with fillet masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσάμπυξ — υκος, ὁ, ἡ, ΜΑ (για άλογο) αυτός που έχει χρυσά προμετωπίδια (αρχ) (για χαλινό) αυτός που έχει χρυσό έλασμα στα λουριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσ(ο) * + ἄμπυξ «διάδημα, ταινία» (πρβλ. λευκ άμπυξ)] …   Dictionary of Greek

  • άμπυξ — Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Θεσσαλός, γιος του Τιτάρονα ή Τιταίρονα· τον σκότωσε o γιος του, μάντης Μόψος. 2. Θεσσαλός, πατέρας του Φήμιου, επώνυμου ήρωα των Φημιών στην Αρναία. 3. Πρόγονος του Πατρέα, επώνυμου ήρωα των Πατρών. 4. Πατέρας του… …   Dictionary of Greek

  • χρυσαμπύκων — χρῡσαμπύκων , χρυσάμπυξ with fillet masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσάμπυκα — χρῡσάμπυκα , χρυσάμπυξ with fillet masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσάμπυκας — χρῡσάμπυκας , χρυσάμπυξ with fillet masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσάμπυκες — χρῡσάμπυκες , χρυσάμπυξ with fillet masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χρυσάμπυκος — χρῡσάμπυκος , χρυσάμπυξ with fillet masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”